''Δεν είμαι εγώ ο δολοφόνος της πάμπλουτης χήρας στη Νέα Σμύρνη'' ~ ΚΑΛΛΙΘΕΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

''Δεν είμαι εγώ ο δολοφόνος της πάμπλουτης χήρας στη Νέα Σμύρνη''

Η Ραχήλ Τεπερίδου, μια εκκεντρική ηλικιωμένη γυναίκα με τεράστια περιουσία, είχε βρεθεί νεκρή μέσα σε λίμνη αίματος και σε κατάσταση σήψης στις 20 Σεπτεμβρίου του 2000 στην κρεβατοκάμαρά της! Ηταν φιμωμένη με ταινία συσκευασίας, ενώ γύρω από τον λαιμό της υπήρχε σφιγμένη μια μαύρη μπλούζα. Επειτα από 13 ολόκληρα χρόνια, οι υποψίες των Αρχών έπεσαν πάνω στον επαγγελματία μουσικό Μπίκα Φαΐμ, ένα αποτύπωμα του οποίου είχε βρεθεί στην πολυκατοικία όπου έμενε το θύμα, και σε έναν γνωστό του, φίλο της τελευταίας οικιακής βοηθού της άτυχης ηλικιωμένης.

Η ΕΛ.ΑΣ. έφτασε στα ίχνη του Μπίκα Φαΐμ στις 13 Ιουνίου του 2013 από μια τυχαία τροχαία παράβαση, ενώ ο συγκατηγορούμενός του παραμένει άφαντος έπειτα από τόσα χρόνια! Τώρα ο Μπίκα, η δίκη του οποίου αρχίζει τις επόμενες εβδομάδες στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, δηλώνει στην «Espresso» ότι δεν σκότωσε εκείνος τη Ραχήλ Τεπερίδου και θεωρεί πως άδικα κατηγορείται μόνο αυτός για ένα έγκλημα που όλα αυτά τα χρόνια θεωρούνταν από τις Αρχές «ορφανό».

«Ελεύθεροι οι ένοχοι»

«Δεν είμαι εγώ ο δολοφόνος της Ραχήλ Τεπερίδου» λέει με απόγνωση μέσα από τις φυλακές. «Δεν γίνεται από ένα δακτυλικό μου αποτύπωμα, που βρέθηκε στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας της, να μου φορτώνουν ένα στυγερό έγκλημα, όταν οι πραγματικά ένοχοι είναι ο ένας ελεύθερος, ενώ για την άλλη δεν έχει ασκηθεί ακόμα ποινική δίωξη».

O Μπίκα Φαΐμ «προδόθηκε» από ένα δακτυλικό αποτύπωμα που βρέθηκε έπειτα από έρευνα στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας της οδού Ομήρου στη Νέα Σμύρνη, στην τοιχοποιία ανάμεσα στον 5ο και τον 6ο όροφο.

Η οικιακή βοηθός και ο φίλος της

Στην πολυσέλιδη δικογραφία-φωτιά, που είναι γεμάτη από καταθέσεις συγγενών και γειτόνων της άτυχης γυναίκας, θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως, εκτός από τον συλληφθέντα, υπάρχουν κι άλλα εμπλεκόμενα άτομα στην υπόθεση, ενώ κάποιοι «φωτογραφίζουν» τις οικιακές βοηθούς που η Ραχήλ Τεπερίδου φρόντιζε να αλλάζει αρκετά συχνά, όπως αναφέρεται. Μέχρι αυτήν την ώρα ουδείς από τις Αρχές έχει λάβει τα απαραίτητα νομικά μέτρα, παρά τον αγώνα των συνηγόρων υπεράσπισης του Μπίκα Φαΐμ. Μάλιστα σε μια από τις οικιακές βοηθούς και συγκεκριμένα στην τελευταία γυναίκα που φρόντιζε την πλούσια συνταξιούχο αναφέρθηκε σε συμπληρωματική του κατάθεση και ο κατηγορούμενος, η οποία όμως δεν έχει κληθεί ακόμη να καταθέσει όλα όσα γνωρίζει για την υπόθεση.

«Ολα αυτά τα χρόνια με απειλούσαν πως, αν μιλήσω και πω την αλήθεια, θα με σκοτώσουν ή θα κάνουν κακό στην οικογένειά μου. Φοβόμουν και εξακολουθώ να φοβάμαι για τη ζωή μου και τη σωματική ακεραιότητα της γυναίκας μου και των παιδιών μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μαθευτεί όλη η αλήθεια και οι πραγματικά υπεύθυνοι να πληρώσουν κι αυτοί μαζί με εμένα. Εγώ τότε ήμουν μόνο 17 ετών και θεωρώ πως, αν ήμουν ένοχος, όλα αυτά τα χρόνια θα είχα φροντίσει με κάποιο τρόπο να εξαφανιστώ, να εγκαταλείψω την Ελλάδα και όχι να παντρευτώ Ελληνίδα και να αποκτήσω μαζί της τέσσερα παιδιά» αναφέρει μέσα από τις φυλακές Κορυδαλλού ο 31χρονος σήμερα μουσικός, ο οποίος δηλώνει πως δεν γνώριζε τη Ραχήλ Τεπερίδου.

«Καμία σχέση δεν είχα με τη συγκεκριμένη γυναίκα, αφού δεν την είχα δει ποτέ και δεν είχα συναλλαγές μαζί της. Δεν μπαινόβγαινα εγώ στο διαμέρισμά της, δεν γνώριζα για την οικονομική της επιφάνεια, δεν ήξερα τίποτε για εκείνη. Στην πολυκατοικία αυτή είχα βρεθεί δύο φορές, την πρώτη ήταν τέλος Αυγούστου του 2000, όταν μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο είχαμε επισκεφτεί την τότε οικιακή βοηθό της 83χρονης. Εκείνη την ημέρα, μάλιστα, χωρίς να αντιληφθώ τους λόγους, οι δυο τους είχαν τσακωθεί. Την επόμενη φορά που πήγα ήταν λίγες ημέρες αργότερα, όταν η ηλικιωμένη είχε απολύσει την οικιακή της βοηθό και με στόχο να ανακαλύψουν αν είχε προσλάβει άλλη στη θέση της, με είχαν βάλει εκείνοι να της χτυπήσω την πόρτα ώστε να δουν ποιος θα ανοίξει. Η γυναίκα δεν μου άνοιξε, με αποτέλεσμα λίγα λεπτά αργότερα να φύγω. Από τότε δεν πήγα ποτέ ξανά εκεί. Δεν τη σκότωσα εγώ».

Τα τελευταία λόγια του θύματος (μέσω τηλεφωνήματος) στον ανιψιό της - Ο 17χρονος που χτύπησε την πόρτα για τα βιβλία και ο σαραντάρης που περίμενε στον διάδρομο

Το περιστατικό που συνέβη την Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου του 2000 η Ραχήλ Τεπερίδου το περιέγραψε στον ανιψιό της και σε μια φίλη της με την οποία επικοινωνούσε τηλεφωνικά αρκετά συχνά. «Μου τηλεφώνησε από το σπίτι της και μου είπε ότι πριν από λίγη ώρα χτύπησε την πόρτα της κάποιο άγνωστο άτομο. Ανοιξε ένα μικρό παραθυράκι που είχε η πόρτα ασφαλείας του διαμερίσματός της και ένας νεαρός, όπως μου είπε, 17 με 18 ετών, λεπτός, ψηλός, μελαχρινός, με κατσαρά μαλλιά της είπε "ήρθα να μου δώσεις τα βιβλία του ανιψιού σου". Του απάντησε ότι δεν είχε βιβλία του ανιψιού της στο σπίτι και εκείνος της είπε "ήρθα από τον Πειραιά για να μου δώσεις τα βιβλία". Αυτή απάντησε ότι ο ανιψιός της είναι ναυτικός και ταξιδεύει και του είπε να φύγει. Μετά από δέκα λεπτά, αφού δεν άκουγε τίποτα, άνοιξε λίγο την πόρτα και είδε στα σκαλοπάτια του κάτω ορόφου μπροστά στο ασανσέρ έναν άνδρα περίπου 35-40 ετών, εύσωμο, με φαλάκρα. Εκλεισε την πόρτα και, επειδή φοβήθηκε, με πήρε αμέσως τηλέφωνο» κατέθεσε η φίλη του θύματος.

Για τον συγκεκριμένο άνδρα έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, αλλά, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει εγκαταλείψει πλέον την Ελλάδα και ζει στη Γερμανία. Εναν άνδρα με παρόμοια χαρακτηριστικά είχαν δει σε άλλη χρονική στιγμή κι άλλοι μάρτυρες. Συγκεκριμένα, όπως περιγράφεται στις καταθέσεις τους, ένας 35χρονος είχε βρεθεί στην ταράτσα της πολυκατοικίας μαζί με τη Ραχήλ Τεπερίδου, η οποία του έδειχνε κάποια σημεία του σπιτιού της που ήθελε να της επισκευάσει. Οι περισσότεροι είναι σίγουροι ότι η γνωριμία αυτή προέκυψε μέσα από τον κύκλο που είχε δημιουργήσει η Ραχήλ Τεπερίδου με τις οικιακές βοηθούς της. Πάντως, ως αυτήν την ώρα, ούτε ο 35χρονος, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στη δικογραφία, ούτε και η τελευταία οικιακή βοηθός έχουν βρεθεί ενώπιον των δικαστικών Αρχών για μια υπόθεση που εξακολουθεί να γεννά πολλά ερωτήματα ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια.

Μοναχική, ιδιόρρυθμη, με περούκες και καπέλα

Τη μοναχική Ραχήλ Τεπερίδου με την τεράστια περιουσία, που της άρεσε πάντα να κυκλοφορεί με ακριβά ρούχα και μεγάλης αξίας κοσμήματα, ενώ δεν αποχωριζόταν ποτέ τις αγαπημένες της περούκες και τα καπέλα της, βρήκαν νεκρή στις 20 Σεπτεμβρίου του 2000 μέσα στην κρεβατοκάμαρά της ο ανιψιός της και η μητέρα του. Οπως κατέθεσαν και οι δύο λίγες ώρες αργότερα στους αστυνομικούς που κλήθηκαν στην πολυκατοικία του θύματος, νόμιζαν ότι η γυναίκα είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια! Στην αρχή δεν υποψιάστηκαν πως είχε πέσει θύμα εγκληματικής ενέργειας και δικαιολόγησαν ακόμα και την ακαταστασία του σπιτιού της, καθώς γνώριζαν ότι η 83χρονη δεν ήταν ιδιαίτερα της τάξης και της καθαριότητας. Μάλιστα εντύπωση προκαλεί στις καταθέσεις του περίγυρου ο χαρακτήρας της Ραχήλ Τεπερίδου, αφού όλοι την περιγράφουν ως ιδιόρρυθμη, καχύποπτη και μοναχική.

Σταγγαλισμός

Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο θάνατός της οφείλεται σε στραγγαλισμό και επήλθε 10 έως 15 ημέρες πριν από την ανεύρεση του πτώματος: «Φορούσε σκούρα μπλούζα τραβηγμένη στο ύψος του στήθους και μπλε φούστα, ενώ τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω με ύφασμα. Ηταν φιμωμένη με ταινία συσκευασίας, ενώ γύρω από τον λαιμό της υπήρχε σφιγμένη μια μαύρη μπλούζα. Στο δάπεδο του υπνοδωματίου υπήρχε λίμνη αίματος και υγρών...» αναφέρει μεταξύ άλλων, η έκθεση του ιατροδικαστή.

Υπεράσπιση: Να λάμψει η αλήθεια Οπως εξηγεί στην «Espresso» η ποινικολόγος Γιάννα Παναγοπούλου που μαζί με τον δικηγόρο Δημήτρη Βιδάκη έχει αναλάβει την υπεράσπιση του Μπίκα Φαΐμ, η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση, καθόσον πρόκειται για ένα «ορφανό έγκλημα» το οποίο παρέμενε ανεξιχνίαστο επί 13 ολόκληρα έτη. «Το πτώμα του θύματος βρέθηκε σε κατάσταση προχωρημένης σήψης την 20/9/2000 και η σύλληψη του πρώτου ατόμου φερομένου ως κάποιου εκ των δραστών του εγκλήματος έγινε την 10/6/2013, ήτοι δεκατρία έτη μετά την τέλεση της ανθρωποκτονίας. Ως συνήγοροι υπερασπίσεως έχουμε αναλάβει έναν δύσκολο αγώνα, καθόσον ο εντολέας μας από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του μέχρι και σήμερα που είναι προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού κραυγάζει πως είναι αθώος. Προσπαθούμε να αποδείξουμε πως μόνο ένα δακτυλικό αποτύπωμα του εντολέα μας που βρέθηκε στο εξωτερικό πλαίσιο παραθύρου κλιμακοστασίου δεν είναι ικανό να στοιχειοθετήσει τη βαριά κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως από δράστη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Ο ίδιος είναι οικογενειάρχης και δεν είχε κίνητρο να σκοτώσει το θύμα που δεν γνώριζε προσωπικά. Ελπίζουμε στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο να λάμψει η αλήθεια».
πηγή espressonews.gr